Αν επιστρέψεις μια μέρα σφύριξε

Θα αποσυρθείς και θα φύγεις από αυτή τη χώρα. Θα πας σε μέρη μακρινά; Πήγαινε, μωρέ νεαρέ. Φύγε και εσύ. Πήγαινε και εσύ στο μέρος που σε παίρνει η καρδιά σου. Θες, πήγαινε στο Λονδίνο. Θες, πήγαινε στην Αυστραλία. Θες, πήγαινε στον Καναδά. Πήγαινε όπου θες. Δεν απέμεινε ζωή εδώ. Ήσουν δεχτός και στις ελάχιστες συνθήκες αυτής της ζωής για να ζήσεις εδώ. Ούτε αυτές έμειναν. Ό,τι απέμεινε, έμεινε γι’ αυτά τα τσακάλια. Αγαπούσες τούτα τα μέρη, το ξέρω. Έστω και αν ζούσες στη Λευκωσία, την οποία δεν διασχίζει ποταμός, αγαπούσες και τη Λευκωσία. Αγαπούσες και την Κερύνεια, έστω και αν γύριζες στα σοκάκια της χωρίς να συναντάς πλέον κανέναν γνωστό. Τη Λάρνακα, τη Λεμεσό, την Πάφο. Τις αγαπούσες. Ουσιαστικά, αγαπούσες το παλιό των πάντων. Ύστερα αγάπησες μόνο όλα όσα δεν πάλιωσαν. Τον άνδρα που έρχεται στον καφενέ μετά από εσένα, κάθεται δίπλα σου και παραγγέλλει καφέ για όλους, για παράδειγμα. Τον γείτονα που παίρνει από το φαγητό που μαγείρεψε και στον γείτονά του. Τον ηλικιωμένο, που ένα καυτό βράδυ του Αυγούστου κάθεται μπροστά στην πόρτα του με κοντό παντελονάκι και δαγκώνει το καρπούζι από τη φλούδα του. Να συναντάς έναν γνωστό σε όλα τα σοκάκια και να τον ρωτάς τι κάνει. Τις γλυκές και κάποτε με βρισιές κουβέντες στα τραπέζια με φίλους και συγγενείς. Να κάνεις πού και πού βόλτα στα στενά σοκάκια, στα οποία βρίσκεται το σπίτι που γεννήθηκες, έστω και αν μετακόμισες σε άλλο σπίτι. Το αγαπούσες. Έστω και αν ξαφνικά κοβόταν το ρεύμα στο σπίτι σου και άναβες μια λάμπα πετρελαίου, θυμόσουν την παιδική σου ηλικία. Σου θύμιζε τη σχολική σου αγαπημένη, το σπίτι μπροστά από το οποίο έκανες πέντε-δέκα γύρους την ημέρα με το ποδήλατο, κάποτε, σε ένα στενό σοκάκι. Έστω και αν δεν ήσουν θρησκευόμενος, εύφραιναν την καρδιά σου τα γλυκά που φτιάχνονταν στα μπαϊράμια και οι επισκέψεις στο νεκροταφείο.

Πρέπει να συνδεθείτε / κάνετε εγγραφή για να διαβάσετε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ