Η χρησιμότητα της πολιτικής και η θεσμική ανεπάρκεια

Ενα από τα πιο επικίνδυνα χόμπι των μαϊντανών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης -που πασχίζουν να δημιουργήσουν τη δική τους δημόσια σφαίρα συζήτησης για να επηρεάζουν την κοινή γνώμη- είναι η συστηματική απαξίωση των κομμάτων. Μέσα από γενικεύσεις του τύπου όλοι είναι άχρηστοι, ανίκανοι, διεφθαρμένοι κλ.π., το κοινό, οι πολίτες, χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην πολιτική διαδικασία.

 

Δυστυχώς, οι υφιστάμενοι πολιτικοί σχηματισμοί στην Κύπρο έχουν δώσει τροφή για έντονη κριτική και εν τέλει την απομάκρυνση των πολιτών από τα κοινά, όπως αυτό αποτυπώνεται στα υψηλά ποσοστά της αποχής. Δυστυχώς, επίσης, η αποχή δεν παράγει αποτελέσματα και το αποτέλεσμα για τη διακυβέρνηση του τόπου διαμορφώνεται από μία μειοψηφία.

 

Θα ήταν πράγματι ενδιαφέρον αν το λευκό -που αποτελεί επιλογή εκφρασμένη στην κάλπη- οδηγούσε και σε μη πλήρωση θέσεων στο Κοινοβούλιο ή αν μετρούσε στην προεδρική εκλογή, καθιστώντας ορατή την απόφαση του ψηφοφόρου να μην στηρίξει κανένα κόμμα ή υποψήφιο Πρόεδρο. Θα ρωτήσετε πώς θα λειτουργεί το κοινοβούλιο, αν πχ. το 20% των εδρών είναι κενό. Αυτό θα ήταν πρόβλημα των κομμάτων που τελικά θα εισέρχονταν στη Βουλή, και αυτό είναι το ενδιαφέρον στοιχείο της εκλογικής αποτύπωσης του «λευκού». Τα κόμματα θα πρέπει να πείσουν ένα ευρύτερο ακροατήριο ώστε το «λευκό» να μην έχει δύναμη.

 

Είναι εξαιρετικά απίθανο το πολιτικό σύστημα, σε οποιαδήποτε χώρα, να επιτρέψει μία τέτοια ρύθμιση, αλλά το αφήγημα δεν αλλάζει. Λύσεις στα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών μπορούν να δοθούν μόνο μέσα από την πολιτική διαδικασία, στην οποία τα κόμματα έχουν καθοριστικό ρόλο. Σε έναν κόσμο πολύπλοκο και σύνθετο, στον οποίο δεν υπάρχουν απλές λύσεις, τα κόμματα θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι χρήσιμα για την κοινωνία, παράγουν λύσεις και δεν λειτουργούν ως λέσχες προβληματισμού για την πορεία της ανθρωπότητας. Η αποτελεσματική θέση των κομμάτων απαιτεί και ένα ανάλογο θεσμικό πλαίσιο.

 

Στο κυπριακό σύστημα, όπως αυτό περιγράφεται στο Σύνταγμα, ο πλήρης διαχωρισμός νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν λειτουργεί. Δημιουργεί μία ψευδή αίσθηση σταθερότητας και τελικά οδηγεί σε περιπέτειες, όπως η καταψήφιση της πρώτης απόφασης του Eurogroup ή η καταψήφιση της ανακεφαλαιοποίησης του Συνεργατισμού το 2014. Τα κόμματα σήμερα μπορούν να τοποθετούνται στη Βουλή χωρίς να πληρώνουν πάντα το τίμημα των επιλογών τους. Αυτό οδηγεί με ευκολία στην υιοθέτηση ενός λόγου που τρέφει τον λαϊκισμό, ακόμη και από τα μεγάλα κόμματα εξουσίας, ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ. Την ίδια ώρα, η κάθε κυβέρνηση έχει την πολυτέλεια να περιορίζεται στον ρόλο του παρατηρητή και να δείχνει προς τη Βουλή όταν κάτι πάει στραβά. Η καταψήφιση του προϋπολογισμού αποτελεί αποτέλεσμα της θεσμικής ανισορροπίας. Κανονικά, η μη έγκρισή του θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε εκλογές. Το Σύνταγμα, όμως, δεν προσφέρει αυτή τη διέξοδο. Και οι πολίτες παρακολουθούν διχασμένοι ένα πολιτικό σύστημα να αναλώνει χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο για ένα θέμα που θα έπρεπε να είχε κλείσει αναίμακτα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ