Κατακομματιασμένη όπως η Γκουέρνικα

Εσύ αγαπητέ Πικάσο, εσύ είσαι εκείνος που μας περιέγραψε καλύτερα απ’ όλους. Που μας γνώρισε καλύτερα και από εμάς. Όποτε κοιτάξω την Γκουέρνικα, βλέπω τον εαυτό μας εκεί. Τη ζωή μας. Κατακομματιασμένη. Είμαι θαυμαστής του Βαν Γκονγκ. Αν σε εσένα βρίσκω την έλλειψη ηρεμίας, σε εκείνον βρίσκω την ηρεμία. Θέλω να με περπατήσει και ο Ακίρα Κουροσάβα σε εκείνα τα στενά μονοπάτια στον πίνακα με τον αγρό. Να πάμε ένα ταξίδι. Να περάσουμε από θάλασσες που μοιάζουν με τις δικές μας. Από χωριά που μοιάζουν με τα δικά μας. Από ουρανό όπως ο δικός μας. Να σταματήσουμε λίγο στη Μόσχα. Να πάμε στον Ναζίμ. Ακόμα κανείς δεν μπόρεσε να κάνει τον πίνακα της ευτυχίας μάστορα. Αν θες ρώτησε και τα παιδιά που πουλούν μαντίλια στο πεζοδρόμιο. Δεν γνωρίζουν καν γι’ αυτό. Αν εγώ βλέπω τον εαυτό μας στην Γκουέρνικα, εκείνοι τον βλέπουν σε έναν θαμπό καθρέφτη. Δεν μπόρεσα να πάω σε εκείνα τα σοκάκια εδώ και πολύ καιρό. Ούτε ράφτης έμεινε. Ούτε μαραγκός. Ούτε μπαρμπέρης. Ούτε κάλφας. Η παιδική μας ηλικία είναι κατακομματιασμένη. Όποτε δω μια φωτογραφία του παντοπωλείου από τη δεκαετία του 1950, όποτε δω μια γυναίκα με τσαντόρ να περπατά σε εκείνο τον χώρο, έρχεται στο μυαλό μου η μητέρα μου. Μια γυναίκα από την Τέρα. Γιατί άφησε το χωριό στο οποίο παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Λευκωσία; Δεν ρώτησα τους θείους μου.

Πρέπει να συνδεθείτε / κάνετε εγγραφή για να διαβάσετε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ